πούρο

πούρο
Τσιγάρο χωρίς τσιγαρόχαρτο. Aποτελείται από περιτυλιγμένα φύλλα καπνού, σε κυλινδρικό σχήμα, που καταλήγει σε κωνοειδή άκρα. Η ποιότητα του π. εξαρτάται κυρίως από το φύλλο που αποτελεί το περικάλυμμα και που διαποτίζει όλο το π. με το άρωμά του. Τα εκλεκτότερα π. κατασκευάζονται στην Αβάνα της Κούβας και τοποθετούνται συνήθως σε κουτιά από ξύλο κέδρου, για να μην αλλοιώνεται το άρωμά τους. Τα πρώτα π. ήταν χειροποίητα. Από τα π. αυτά ως π. πολυτελείας χαρακτηρίστηκαν της Αβάνας, ακόμα και αν ήταν κατασκευασμένα με καπνό άλλων περιοχών. Τα π. είναι δύο ειδών· εκείνα με τρυπημένο άκρο για την απορρόφηση του καπνού και εκείνα τα οποία χρειάζεται να κοπούν ή να τρυπηθούν στο άκρο για να διευκολυνθεί η εισπνοή του καπνού. Στην Ευρώπη τα πρώτα π. κατασκευάστηκαν το 1818 στη Φλωρεντία στο διαλυμένο μοναστήρι της αγίας Ορσούλης, που μετατράπηκε σε εργοστάσιο. Σήμερα τα καλύτερα π. ευρωπαϊκής κατασκευής είναι τα ολλανδικά. Υπάρχει ωστόσο και ένα είδος ευρωπαϊκού π. (γνωστό ως Τοσκάνο), ακριβώς επειδή στη Φλωρεντία, πρωτεύουσα της Τοσκάνης, είχε τον 19o αι. μεγάλη διάδοση. Τα βιομηχανικά π. βασίζονται κυρίως στην κατεργασία των φύλλων καπνού πριν το περιτύλιγμά τους. Πολλοί κατασκευαστές π. διαποτίζουν τα φύλλα του καπνού με υγρό στο οποίο έχουν διαλύσει ζάχαρη, γεγονός που προσδίδει στα π. αυτά ιδιαίτερη γεύση. Tα περίφημα χειροποίητα πούρα της Αβάνας κατασκευάζονται από εκλεκτής ποιότητας καπνά. Στη φωτογραφία, μια ειδικευμένη εργάτρια κατασκευής πούρων σε μεγάλο εργοστάσιο της κουβανικής πρωτεύουσας. Καπνιστές συγκρίνουν τα πούρα τους κατά την διάρκεια «ράλλυ» καπνιστών πούρων στην Ουάσινγκτον (φωτ. ΑΠΕ). Στάδιο ελέγχου των πούρων που προορίζονται για εξαγωγή, σε εργοστάσιο της Αβάνας στην Κούβα (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το, Ν
είδος τσιγάρου χωρίς τσιγαρόχαρτο, που αποτελείται από περιτυλιγμένα φύλλα εκλεκτού καπνού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. puro < puro «καθαρός» < λατ. purus «καθαρός», λόγω τού ότι το πούρο αποτελείται από καθαρά φύλλα καπνού σε αντίθεση με τα τσιγάρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • πούρο — το (λ. ιταλ.), τσιγάρο καμωμένο με τυλιγμένα φύλλα εκλεκτής ποιότητας καπνού, χωρίς τσιγαρόχαρτο: Πούρα Αβάνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κάπνισμα — I Εισπνοή καπνού, προερχόμενου από καιόμενη ουσία (όπως τα φύλλα του ομώνυμου φυτού). Αποτελεί μία συνήθεια που προήλθε από τους γηγενείς της αμερικανικής ηπείρου. Ως τρόποι κ. αναφέρονται το τσιγάρο, η πίπα, το πούρο και –καταχρηστικά, επειδή η… …   Dictionary of Greek

  • καπνίζω — (AM καπνίζω) [καπνός] 1. εκθέτω κάποιον ή κάτι σε καπνό, υποβάλλω κάποιον ή κάτι στην επίδραση καπνού 2. μαυρίζω κάτι με καπνό νεοελλ. 1. εισπνέω τον καπνό ο οποίος παράγεται από αναμμένα φύλλα τού φυτού καπνός που βρίσκονται καταλλήλως… …   Dictionary of Greek

  • καπνιστής — ὁ, θηλ. καπνίστρια (για πρόσ.) αυτός που έχει τη συνήθεια να καπνίζει, να εισπνέει καπνό από τσιγάρο, πούρο, πίπα κ.λπ. [ΕΤΥΜΟΛ. < καπνίζω. Η λ. καπνιστής μαρτυρείται από το 1873 στο περιοδικό σύγγραμμα Όμηρος από τον Φ. Α. Βουτσινά, ενώ το… …   Dictionary of Greek

  • πουρός — ή, ό, Ν [πουρί] (με υβριστική σημ.) 1. ο μεγάλης ηλικίας, ο γερασμένος 2. το ουδ. ως ουσ. το πουρό ο παλιόγερος ή η παλιόγρια …   Dictionary of Greek

  • σιγαρέτο — και τσιγαρέτο, το, Ν (παλ. τ.) 1. το τσιγάρο 2. το πούρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. ιταλ. sigaretta, υποκορ. τού sigaro (πρβλ. σιγάρο / τσιγάρο*)] …   Dictionary of Greek

  • σιγαροκόπος — ο, Ν μικρό κοπτικό εργαλείο σε σχήμα λαβίδας που χρησιμεύει για την κοπή τού άκρου τού πούρου για να διευκολυνθεί έτσι το κάπνισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγάρο «πούρο» + κόπος (< κόπτω), πρβλ. ξυλο κόπος] …   Dictionary of Greek

  • σιγαροποιός — ο, Ν 1. τεχνίτης καπνοβιομηχανίας 2. ο ιδιοκτήτης τής παραπάνω βιομηχανίας, καπνοβιομήχανος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγάρο «τσιγάρο, πούρο» + ποιός*. Η λ., στον πληθ. σιγαροποιοί, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • βελεμνίτες — Μαλάκια που έχουν εκλείψει. Πρωτοεμφανίζονται σε πετρώματα της τριαδικής περιόδου και εξαφανίζονται κατά την ηώκαινο. Οι γνήσιοι β., μεγάλης στρωματογραφικής σημασίας, χαρακτηρίζουν το μεσοζωικό κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη… …   Dictionary of Greek

  • Μαρξ, αδελφοί — (The Marx Brothers). Οικογένεια Αμερικανών κωμικών του κινηματογράφου. Την ομάδα αποτελούσαν τα αδέλφια Γκράουτσο Μ. (Groucho Marx, Νέα Υόρκη 1890 – 1977), Ζέπο Μ. (Zeppo Marx, Νέα Υόρκη 1901 – 1979), Τσίκο Μ. (Chico Marx, Νέα Υόρκη 1886 – 1961)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”